ふう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάω τη σφραγίδα, ανοίγω τη σφραγίδα

Κλίση

Παρόν (απλό)
封を切る
Παρόν (ευγενικό)
封を切ります
Άρνηση (απλή)
封を切らない
Άρνηση (ευγενική)
封を切りません
Παρελθόν (απλό)
封を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
封を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
封を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
封を切りませんでした
Τε-μορφή
封を切って
Δυνητική
封を切れる
Προστακτική
封を切れ
Βουλητική
封を切ろう
Υποθετική (ば)
封を切れば