ふうにゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σφράγιση (κάτι) μέσα σε ένα φάκελο ή συσκευασία, εσωκλεισμός (μαζί με επιστολή κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
封入する
Παρόν (ευγενικό)
封入します
Άρνηση (απλή)
封入しない
Άρνηση (ευγενική)
封入しません
Παρελθόν (απλό)
封入した
Παρελθόν (ευγενικό)
封入しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
封入しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
封入しませんでした
Τε-μορφή
封入して
Δυνητική
封入できる
Προστακτική
封入しろ
Βουλητική
封入しよう
Υποθετική (ば)
封入すれば