封切る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κάνω πρεμιέρα (π.χ. ταινίας)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 封切る
- Παρόν (ευγενικό)
- 封切ります
- Άρνηση (απλή)
- 封切らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 封切りません
- Παρελθόν (απλό)
- 封切った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 封切りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 封切らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 封切りませんでした
- Τε-μορφή
- 封切って
- Δυνητική
- 封切れる
- Προστακτική
- 封切れ
- Βουλητική
- 封切ろう
- Υποθετική (ば)
- 封切れば
- Υποθετική (たら)
- 封切ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 封切りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 封切るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 封切りなさい
- Παθητική
- 封切られる
- Αιτιατική
- 封切らせる