ふうさつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταστολή (π.χ. της ελευθερίας του λόγου)
  2. 02 εξαναγκασμένο άουτ (στο μπέιζμπολ)

Κλίση

Παρόν (απλό)
封殺する
Παρόν (ευγενικό)
封殺します
Άρνηση (απλή)
封殺しない
Άρνηση (ευγενική)
封殺しません
Παρελθόν (απλό)
封殺した
Παρελθόν (ευγενικό)
封殺しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
封殺しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
封殺しませんでした
Τε-μορφή
封殺して
Δυνητική
封殺できる
Προστακτική
封殺しろ
Βουλητική
封殺しよう
Υποθετική (ば)
封殺すれば