もっぱらにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αφιερώνομαι αποκλειστικά σε κάτι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω ό,τι θέλω, ενεργώ εγωιστικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
専らにする
Παρόν (ευγενικό)
専らにします
Άρνηση (απλή)
専らにしない
Άρνηση (ευγενική)
専らにしません
Παρελθόν (απλό)
専らにした
Παρελθόν (ευγενικό)
専らにしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
専らにしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
専らにしませんでした
Τε-μορφή
専らにして
Δυνητική
専らにできる
Προστακτική
専らにしろ
Βουλητική
専らにしよう
Υποθετική (ば)
専らにすれば