Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
専売特許
せんばいとっきょ
専
専
せん
売
ばい
特
とっ
許
きょ
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
παρωχημένο
δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
02
καθομιλουμένη
ειδικότητα (κάτι στο οποίο διαπρέπει κανείς, επίδειξη ικανότητας)