専せん攻こう

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικότητα, κύριο αντικείμενο σπουδών

Παραδείγματα

  • 私わたしの専攻せんこうは日本語にほんごです。

    Η ειδικότητά μου είναι τα Ιαπωνικά.

  • 大学だいがくで、経済学けいざいがくを専攻せんこうしています。

    Σπουδάζω Οικονομικά στο πανεπιστήμιο.

  • 将来しょうらい、国際的こくさいてきな仕事しごとに就つきたいので、国際関係学こくさいかんけいがくを専攻せんこうすることにしました。

    Αποφάσισα να σπουδάσω διεθνείς σχέσεις, επειδή στο μέλλον θα ήθελα να ασχοληθώ με κάποια διεθνή δουλειά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
専攻する
Παρόν (ευγενικό)
専攻します
Άρνηση (απλή)
専攻しない
Άρνηση (ευγενική)
専攻しません
Παρελθόν (απλό)
専攻した
Παρελθόν (ευγενικό)
専攻しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
専攻しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
専攻しませんでした
Τε-μορφή
専攻して
Δυνητική
専攻できる
Προστακτική
専攻しろ
Βουλητική
専攻しよう
Υποθετική (ば)
専攻すれば