Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
専有部分
専
専
せん
有
ゆう
部
ぶ
分
ぶん
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ιδιόκτητα τμήματα πολυκατοικίας (π.χ. οι μεμονωμένες μονάδες· σε αντιδιαστολή με τους κοινόχρηστους χώρους που ανήκουν σε όλους κ.λπ.), αποκλειστικό στοιχείο