専有
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποκλειστική κατοχή, μοναδική ιδιοκτησία, μονοπώλιο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 専有する
- Παρόν (ευγενικό)
- 専有します
- Άρνηση (απλή)
- 専有しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 専有しません
- Παρελθόν (απλό)
- 専有した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 専有しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 専有しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 専有しませんでした
- Τε-μορφή
- 専有して
- Δυνητική
- 専有できる
- Προστακτική
- 専有しろ
- Βουλητική
- 専有しよう
- Υποθετική (ば)
- 専有すれば
- Υποθετική (たら)
- 専有したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 専有したい
- Απαγορευτική (~な)
- 専有するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 専有しなさい
- Παθητική
- 専有される
- Αιτιατική
- 専有させる