ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισέρχομαι (για φως), εισβάλλω, ακτινοβολώ, διαχέομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
射し込む
Παρόν (ευγενικό)
射し込みます
Άρνηση (απλή)
射し込まない
Άρνηση (ευγενική)
射し込みません
Παρελθόν (απλό)
射し込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
射し込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
射し込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
射し込みませんでした
Τε-μορφή
射し込んで
Δυνητική
射し込める
Προστακτική
射し込め
Βουλητική
射し込もう
Υποθετική (ば)
射し込めば