しゃえい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προβολή

Κλίση

Παρόν (απλό)
射影する
Παρόν (ευγενικό)
射影します
Άρνηση (απλή)
射影しない
Άρνηση (ευγενική)
射影しません
Παρελθόν (απλό)
射影した
Παρελθόν (ευγενικό)
射影しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
射影しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
射影しませんでした
Τε-μορφή
射影して
Δυνητική
射影できる
Προστακτική
射影しろ
Βουλητική
射影しよう
Υποθετική (ば)
射影すれば