尊とうとい

επίθετο | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πολύτιμος, αξιόλογος, ανεκτίμητος
  2. 02 ευγενής, υψηλός, ιερός

Παραδείγματα

  • その命いのちは尊とうといです。

    Αυτή η ζωή είναι πολύτιμη.

  • 自由じゆうは、誰だれにとっても尊とうといものです。

    Η ελευθερία είναι κάτι πολύτιμο για όλους.

  • 平和へいわを願ねがう心こころは、何なによりも尊とうといものだと私わたしは思おもいます。

    Πιστεύω ότι η επιθυμία για ειρήνη είναι κάτι πιο ιερό από οτιδήποτε άλλο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
尊い
Παρόν (ευγενικό)
尊いです
Άρνηση (απλή)
尊くない
Άρνηση (ευγενική)
尊くないです
Παρελθόν (απλό)
尊かった
Παρελθόν (ευγενικό)
尊かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
尊くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
尊くなかったです
Τε-μορφή
尊くて
Υποθετική (ば)
尊ければ