みちびれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οδηγώ μέσα, εισάγω
  2. 02 παρασύρω, παρακινώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
導き入れる
Παρόν (ευγενικό)
導き入れます
Άρνηση (απλή)
導き入れない
Άρνηση (ευγενική)
導き入れません
Παρελθόν (απλό)
導き入れた
Παρελθόν (ευγενικό)
導き入れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
導き入れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
導き入れませんでした
Τε-μορφή
導き入れて
Δυνητική
導き入れられる
Προστακτική
導き入れろ
Βουλητική
導き入れよう
Υποθετική (ば)
導き入れれば