小ちいさい

επίθετο | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μικρός, λιλιπούτειος
  2. 02 ελάχιστος, κάτω του μέσου όρου (σε βαθμό, ποσότητα κ.λπ.), ήσσων, μικρός
  3. 03 χαμηλός (π.χ. ήχος), σιγανός (π.χ. φωνή)
  4. 04 ασήμαντος, μικροπρεπής, χωρίς σημασία, ευτελής, τετριμμένος
  5. 05 νεαρός, ανήλικος

Παραδείγματα

  • この犬いぬは小ちいさいです。

    Αυτό το σκυλί είναι μικρό.

  • 彼かれは小ちいさい声こえで話はなしました。

    Μίλησε με σιγανή φωνή.

  • どんなに小ちいさいことでも、真剣しんけんに取とり組くむべきです。

    Όσο ασήμαντο κι αν είναι κάτι, πρέπει να το αντιμετωπίζουμε σοβαρά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
小さい
Παρόν (ευγενικό)
小さいです
Άρνηση (απλή)
小さくない
Άρνηση (ευγενική)
小さくないです
Παρελθόν (απλό)
小さかった
Παρελθόν (ευγενικό)
小さかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
小さくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
小さくなかったです
Τε-μορφή
小さくて
Υποθετική (ば)
小さければ