っこい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη πολύ μικρός, δακτυλοδεικτούμενος

Κλίση

Παρόν (απλό)
小っこい
Παρόν (ευγενικό)
小っこいです
Άρνηση (απλή)
小っこくない
Άρνηση (ευγενική)
小っこくないです
Παρελθόν (απλό)
小っこかった
Παρελθόν (ευγενικό)
小っこかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
小っこくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
小っこくなかったです
Τε-μορφή
小っこくて
Υποθετική (ば)
小っこければ