っさい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη μικρός, λιλιπούτειος, δακτυλοδεικτούμενος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη χαμηλός (π.χ. ήχος), σιγανός (π.χ. φωνή)

Κλίση

Παρόν (απλό)
小っさい
Παρόν (ευγενικό)
小っさいです
Άρνηση (απλή)
小っさくない
Άρνηση (ευγενική)
小っさくないです
Παρελθόν (απλό)
小っさかった
Παρελθόν (ευγενικό)
小っさかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
小っさくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
小っさくなかったです
Τε-μορφή
小っさくて
Υποθετική (ば)
小っさければ