しょうぞく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μικρογραφία της οικογένειας, σμίκρυνση του μεγέθους της οικογένειας

Κλίση

Παρόν (απλό)
小家族化する
Παρόν (ευγενικό)
小家族化します
Άρνηση (απλή)
小家族化しない
Άρνηση (ευγενική)
小家族化しません
Παρελθόν (απλό)
小家族化した
Παρελθόν (ευγενικό)
小家族化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
小家族化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
小家族化しませんでした
Τε-μορφή
小家族化して
Δυνητική
小家族化できる
Προστακτική
小家族化しろ
Βουλητική
小家族化しよう
Υποθετική (ば)
小家族化すれば