ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στήσιμο σκηνής, ανέγερση καλύβας ή σκηνής (π.χ. τσίρκου)
  2. 02 σκηνή ή καλύβα (για θέατρο, τσίρκο κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
小屋掛けする
Παρόν (ευγενικό)
小屋掛けします
Άρνηση (απλή)
小屋掛けしない
Άρνηση (ευγενική)
小屋掛けしません
Παρελθόν (απλό)
小屋掛けした
Παρελθόν (ευγενικό)
小屋掛けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
小屋掛けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
小屋掛けしませんでした
Τε-μορφή
小屋掛けして
Δυνητική
小屋掛けできる
Προστακτική
小屋掛けしろ
Βουλητική
小屋掛けしよう
Υποθετική (ば)
小屋掛けすれば