たり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διερεύνηση προθέσεων, βολιδοσκόπηση
  2. 02 μικρό κέρδος (ειδικότερα στο πατσίνκο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
小当たりする
Παρόν (ευγενικό)
小当たりします
Άρνηση (απλή)
小当たりしない
Άρνηση (ευγενική)
小当たりしません
Παρελθόν (απλό)
小当たりした
Παρελθόν (ευγενικό)
小当たりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
小当たりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
小当たりしませんでした
Τε-μορφή
小当たりして
Δυνητική
小当たりできる
Προστακτική
小当たりしろ
Βουλητική
小当たりしよう
Υποθετική (ば)
小当たりすれば