かざ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκιάζω τα μάτια μου με το χέρι μου (προστατεύοντας από το φως του ήλιου, κοιτάζοντας σε απόσταση, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
小手を翳す
Παρόν (ευγενικό)
小手を翳します
Άρνηση (απλή)
小手を翳さない
Άρνηση (ευγενική)
小手を翳しません
Παρελθόν (απλό)
小手を翳した
Παρελθόν (ευγενικό)
小手を翳しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
小手を翳さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
小手を翳しませんでした
Τε-μορφή
小手を翳して
Δυνητική
小手を翳せる
Προστακτική
小手を翳せ
Βουλητική
小手を翳そう
Υποθετική (ば)
小手を翳せば