小考
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 στιγμιαία σκέψη, σύντομη εξέταση
- 02 ταπεινό οι σκέψεις κάποιου, η άποψη κάποιου, η οπτική κάποιου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 小考する
- Παρόν (ευγενικό)
- 小考します
- Άρνηση (απλή)
- 小考しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 小考しません
- Παρελθόν (απλό)
- 小考した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 小考しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 小考しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 小考しませんでした
- Τε-μορφή
- 小考して
- Δυνητική
- 小考できる
- Προστακτική
- 小考しろ
- Βουλητική
- 小考しよう
- Υποθετική (ば)
- 小考すれば
- Υποθετική (たら)
- 小考したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 小考したい
- Απαγορευτική (~な)
- 小考するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 小考しなさい
- Παθητική
- 小考される
- Αιτιατική
- 小考させる