小こ走ばしり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ελαφρύ τρέξιμο, μικροδιασκελισμός
  2. 02 υπηρέτρια που αναλαμβάνει χειρωνακτικές εργασίες σε οικογένεια σαμουράι

Παραδείγματα

  • 小走りこばしりで行いきます。

    Θα πάω τρέχοντας (με ένα ελαφρύ τρέξιμο).

  • 電車でんしゃに間まに合あわせるため、駅えきまで小走りこばしりしました。

    Για να προλάβω το τρένο, έτρεξα μέχρι το σταθμό.

  • 遅刻ちこくしそうだったので、家いえを出でてから学校がっこうまで小走りこばしりで駆かけ付つけました。

    Επειδή αργούσα, έτρεξα από το σπίτι μέχρι το σχολείο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
小走りする
Παρόν (ευγενικό)
小走りします
Άρνηση (απλή)
小走りしない
Άρνηση (ευγενική)
小走りしません
Παρελθόν (απλό)
小走りした
Παρελθόν (ευγενικό)
小走りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
小走りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
小走りしませんでした
Τε-μορφή
小走りして
Δυνητική
小走りできる
Προστακτική
小走りしろ
Βουλητική
小走りしよう
Υποθετική (ば)
小走りすれば