しょうしゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο πόση σε μικρή παρέα
  2. 02 σπάνιο κατανάλωση μικρής ποσότητας αλκοόλ

Κλίση

Παρόν (απλό)
小酌する
Παρόν (ευγενικό)
小酌します
Άρνηση (απλή)
小酌しない
Άρνηση (ευγενική)
小酌しません
Παρελθόν (απλό)
小酌した
Παρελθόν (ευγενικό)
小酌しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
小酌しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
小酌しませんでした
Τε-μορφή
小酌して
Δυνητική
小酌できる
Προστακτική
小酌しろ
Βουλητική
小酌しよう
Υποθετική (ば)
小酌すれば