ものひら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη χιουμοριστικό ξερνώ, κάνω εμετό

Κλίση

Παρόν (απλό)
小間物屋を開く
Παρόν (ευγενικό)
小間物屋を開きます
Άρνηση (απλή)
小間物屋を開かない
Άρνηση (ευγενική)
小間物屋を開きません
Παρελθόν (απλό)
小間物屋を開いた
Παρελθόν (ευγενικό)
小間物屋を開きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
小間物屋を開かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
小間物屋を開きませんでした
Τε-μορφή
小間物屋を開いて
Δυνητική
小間物屋を開ける
Προστακτική
小間物屋を開け
Βουλητική
小間物屋を開こう
Υποθετική (ば)
小間物屋を開けば