くびかしげる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός φαίνομαι ελαφρώς διστακτικός, δείχνω μπερδεμένος, γέρνω το κεφάλι ελαφρώς στο πλάι

Παραδείγματα

  • 子犬こいぬ小首こくびかしげた

    Το κουτάβι έγερνε λίγο το κεφάλι του.

  • 彼女かのじょは、わたしったことにたいして小首こくびかしげ、疑問ぎもんしめした。

    Έγειρε λίγο το κεφάλι της, δείχνοντας ότι αμφιβάλλει για αυτό που της είπα.

  • わたし唐突とうとつ質問しつもんに、かれ一瞬いっしゅん小首こくびかしげたが、すぐに笑顔えがおこたえてくれた。

    Στην απροσδόκητη ερώτησή μου, για μια στιγμή έγερνε λίγο το κεφάλι του, αλλά αμέσως μετά μου απάντησε χαμογελώντας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
小首を傾げる
Παρόν (ευγενικό)
小首を傾げます
Άρνηση (απλή)
小首を傾げない
Άρνηση (ευγενική)
小首を傾げません
Παρελθόν (απλό)
小首を傾げた
Παρελθόν (ευγενικό)
小首を傾げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
小首を傾げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
小首を傾げませんでした
Τε-μορφή
小首を傾げて
Δυνητική
小首を傾げられる
Προστακτική
小首を傾げろ
Βουλητική
小首を傾げよう
Υποθετική (ば)
小首を傾げれば