尖らせる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τροχίζω (π.χ. μολύβι), κατσουφιάζω (π.χ. χείλη)
- 02 νευριάζω, τεντώνω τα νεύρα κάποιου
- 03 υψώνω (π.χ. τη φωνή)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 尖らせる
- Παρόν (ευγενικό)
- 尖らせます
- Άρνηση (απλή)
- 尖らせない
- Άρνηση (ευγενική)
- 尖らせません
- Παρελθόν (απλό)
- 尖らせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 尖らせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 尖らせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 尖らせませんでした
- Τε-μορφή
- 尖らせて
- Δυνητική
- 尖らせられる
- Προστακτική
- 尖らせろ
- Βουλητική
- 尖らせよう
- Υποθετική (ば)
- 尖らせれば
- Υποθετική (たら)
- 尖らせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 尖らせたい
- Απαγορευτική (~な)
- 尖らせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 尖らせなさい
- Παθητική
- 尖らせられる
- Αιτιατική
- 尖らせさせる