ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενθρονίζω (βασιλιά, αυτοκράτορα κ.λπ.)
  2. 02 διορίζω (σε μια θέση), προάγω
  3. 03 αναθέτω (σε δάσκαλο για μελέτη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
就ける
Παρόν (ευγενικό)
就けます
Άρνηση (απλή)
就けない
Άρνηση (ευγενική)
就けません
Παρελθόν (απλό)
就けた
Παρελθόν (ευγενικό)
就けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
就けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
就けませんでした
Τε-μορφή
就けて
Δυνητική
就けられる
Προστακτική
就けろ
Βουλητική
就けよう
Υποθετική (ば)
就ければ