しゅうそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επώαση, κάθισμα πάνω σε αυγά, φωλεοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
就巣する
Παρόν (ευγενικό)
就巣します
Άρνηση (απλή)
就巣しない
Άρνηση (ευγενική)
就巣しません
Παρελθόν (απλό)
就巣した
Παρελθόν (ευγενικό)
就巣しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
就巣しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
就巣しませんでした
Τε-μορφή
就巣して
Δυνητική
就巣できる
Προστακτική
就巣しろ
Βουλητική
就巣しよう
Υποθετική (ば)
就巣すれば