しゅうえき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάληψη υπηρεσίας
  2. 02 ένταξη σε ενεργό υπηρεσία (πολεμικού πλοίου, φορτηγού κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
就役する
Παρόν (ευγενικό)
就役します
Άρνηση (απλή)
就役しない
Άρνηση (ευγενική)
就役しません
Παρελθόν (απλό)
就役した
Παρελθόν (ευγενικό)
就役しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
就役しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
就役しませんでした
Τε-μορφή
就役して
Δυνητική
就役できる
Προστακτική
就役しろ
Βουλητική
就役しよう
Υποθετική (ば)
就役すれば