しゅうのう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενασχόληση με τη γεωργία

Κλίση

Παρόν (απλό)
就農する
Παρόν (ευγενικό)
就農します
Άρνηση (απλή)
就農しない
Άρνηση (ευγενική)
就農しません
Παρελθόν (απλό)
就農した
Παρελθόν (ευγενικό)
就農しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
就農しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
就農しませんでした
Τε-μορφή
就農して
Δυνητική
就農できる
Προστακτική
就農しろ
Βουλητική
就農しよう
Υποθετική (ば)
就農すれば