けつをまくる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αιφνίδια υιοθετώ εχθρική στάση, γίνομαι ξαφνικά προκλητικός, γίνομαι επιθετικός (στο ύφος μου)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα δείχνω τα οπίσθιά μου, στρέφω τους γυμνούς γλουτούς μου σε κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
尻をまくる
Παρόν (ευγενικό)
尻をまくります
Άρνηση (απλή)
尻をまくらない
Άρνηση (ευγενική)
尻をまくりません
Παρελθόν (απλό)
尻をまくった
Παρελθόν (ευγενικό)
尻をまくりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
尻をまくらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
尻をまくりませんでした
Τε-μορφή
尻をまくって
Δυνητική
尻をまくれる
Προστακτική
尻をまくれ
Βουλητική
尻をまくろう
Υποθετική (ば)
尻をまくれば