尻尾しっぽつか

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός έχω στοιχεία εις βάρος κάποιου, ξεσκεπάζω κάποιον, παγιδεύω κάποιον, βρίσκω το ψεγάδι κάποιου, συγκεντρώνω αποδείξεις εναντίον κάποιου, βρίσκω ίχνη κάποιου, πιάνω από την ουρά

Κλίση

Παρόν (απλό)
尻尾を掴む
Παρόν (ευγενικό)
尻尾を掴みます
Άρνηση (απλή)
尻尾を掴まない
Άρνηση (ευγενική)
尻尾を掴みません
Παρελθόν (απλό)
尻尾を掴んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
尻尾を掴みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
尻尾を掴まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
尻尾を掴みませんでした
Τε-μορφή
尻尾を掴んで
Δυνητική
尻尾を掴める
Προστακτική
尻尾を掴め
Βουλητική
尻尾を掴もう
Υποθετική (ば)
尻尾を掴めば