しりにかける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιτάζω υποτιμητικά, περιφρονώ, υποτιμώ
  2. 02 αρχαϊκό ρίχνω ερωτικό βλέμμα, κοιτάζω με ερωτική διάθεση

Κλίση

Παρόν (απλό)
尻目にかける
Παρόν (ευγενικό)
尻目にかけます
Άρνηση (απλή)
尻目にかけない
Άρνηση (ευγενική)
尻目にかけません
Παρελθόν (απλό)
尻目にかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
尻目にかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
尻目にかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
尻目にかけませんでした
Τε-μορφή
尻目にかけて
Δυνητική
尻目にかけられる
Προστακτική
尻目にかけろ
Βουλητική
尻目にかけよう
Υποθετική (ば)
尻目にかければ