尻馬に乗る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός ακολουθώ τυφλά, μιμούμαι ή ακολουθώ κάποιον χωρίς κρίση
- 02 ιδιωματισμός εκμεταλλεύομαι την επιτυχία κάποιου άλλου, επωφελούμαι από την πορεία κάποιου (για παράδειγμα από τη δημοτικότητα άλλου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 尻馬に乗る
- Παρόν (ευγενικό)
- 尻馬に乗ります
- Άρνηση (απλή)
- 尻馬に乗らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 尻馬に乗りません
- Παρελθόν (απλό)
- 尻馬に乗った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 尻馬に乗りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 尻馬に乗らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 尻馬に乗りませんでした
- Τε-μορφή
- 尻馬に乗って
- Δυνητική
- 尻馬に乗れる
- Προστακτική
- 尻馬に乗れ
- Βουλητική
- 尻馬に乗ろう
- Υποθετική (ば)
- 尻馬に乗れば
- Υποθετική (たら)
- 尻馬に乗ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 尻馬に乗りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 尻馬に乗るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 尻馬に乗りなさい
- Παθητική
- 尻馬に乗られる
- Αιτιατική
- 尻馬に乗らせる