かす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χρησιμοποιώ ολοκληρωτικά, αναλώνω, εξαντλώ
  2. 02 εξαντλώ την υπομονή κάποιου, απογοητεύομαι (από κάποιον), παραιτούμαι από κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
尽かす
Παρόν (ευγενικό)
尽かします
Άρνηση (απλή)
尽かさない
Άρνηση (ευγενική)
尽かしません
Παρελθόν (απλό)
尽かした
Παρελθόν (ευγενικό)
尽かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
尽かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
尽かしませんでした
Τε-μορφή
尽かして
Δυνητική
尽かせる
Προστακτική
尽かせ
Βουλητική
尽かそう
Υποθετική (ば)
尽かせば