尽じん力りょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσπάθειες, καταβολή κόπου, ενδοιασμός, βοήθεια, υπηρεσίες

Παραδείγματα

  • 私わたしは彼かれを助たすけるために尽力じんりょくしました。

    Έκανα ό,τι μπορούσα για να τον βοηθήσω.

  • 彼かれは新あたらしいプロジェクトの成功せいこうのために尽力じんりょくしています。

    Καταβάλλει κάθε προσπάθεια για την επιτυχία του νέου έργου.

  • 今後こんごも皆みなさまのご期待きたいに応こたえられるよう、社員しゃいん一同尽力じんりょくしてまいります。

    Και στο μέλλον, όλοι οι εργαζόμενοι θα καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες σας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
尽力する
Παρόν (ευγενικό)
尽力します
Άρνηση (απλή)
尽力しない
Άρνηση (ευγενική)
尽力しません
Παρελθόν (απλό)
尽力した
Παρελθόν (ευγενικό)
尽力しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
尽力しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
尽力しませんでした
Τε-μορφή
尽力して
Δυνητική
尽力できる
Προστακτική
尽力しろ
Βουλητική
尽力しよう
Υποθετική (ば)
尽力すれば