Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
尿生殖隔膜
にょうせいしょくかくまく
尿
尿
にょう
生
せい
殖
しょく
隔
かく
膜
まく
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ουρογεννητικό διάφραγμα