Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
尿管結石
にょうかんけっせき
尿
尿
にょう
管
かん
結
けっ
石
せき
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ουρητηρολιθίαση, πέτρα στον ουρητήρα, ουρητηρικός λίθος