屁と火事はもとから騒ぐ
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παροιμία συχνά αυτός που προκαλεί το πρόβλημα είναι που διαμαρτύρεται πιο δυνατά, όποιος το μύρισε αυτός το έκανε
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 屁と火事はもとから騒ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 屁と火事はもとから騒ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 屁と火事はもとから騒がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 屁と火事はもとから騒ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 屁と火事はもとから騒いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 屁と火事はもとから騒ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 屁と火事はもとから騒がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 屁と火事はもとから騒ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 屁と火事はもとから騒いで
- Δυνητική
- 屁と火事はもとから騒げる
- Προστακτική
- 屁と火事はもとから騒げ
- Βουλητική
- 屁と火事はもとから騒ごう
- Υποθετική (ば)
- 屁と火事はもとから騒げば
- Υποθετική (たら)
- 屁と火事はもとから騒いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 屁と火事はもとから騒ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 屁と火事はもとから騒ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 屁と火事はもとから騒ぎなさい
- Παθητική
- 屁と火事はもとから騒がれる
- Αιτιατική
- 屁と火事はもとから騒がせる