屁をひる
ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 αερίζομαι, κλάνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 屁をひる
- Παρόν (ευγενικό)
- 屁をひります
- Άρνηση (απλή)
- 屁をひらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 屁をひりません
- Παρελθόν (απλό)
- 屁をひった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 屁をひりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 屁をひらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 屁をひりませんでした
- Τε-μορφή
- 屁をひって
- Δυνητική
- 屁をひれる
- Προστακτική
- 屁をひれ
- Βουλητική
- 屁をひろう
- Υποθετική (ば)
- 屁をひれば
- Υποθετική (たら)
- 屁をひったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 屁をひりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 屁をひるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 屁をひりなさい
- Παθητική
- 屁をひられる
- Αιτιατική
- 屁をひらせる