居なくなる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εξαφανίζομαι (για ανθρώπους ή ζώα), απομακρύνομαι, φεύγω, παύω να υπάρχω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 居なくなる
- Παρόν (ευγενικό)
- 居なくなります
- Άρνηση (απλή)
- 居なくならない
- Άρνηση (ευγενική)
- 居なくなりません
- Παρελθόν (απλό)
- 居なくなった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 居なくなりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 居なくならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 居なくなりませんでした
- Τε-μορφή
- 居なくなって
- Δυνητική
- 居なくなれる
- Προστακτική
- 居なくなれ
- Βουλητική
- 居なくなろう
- Υποθετική (ば)
- 居なくなれば
- Υποθετική (たら)
- 居なくなったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 居なくなりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 居なくなるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 居なくなりなさい
- Παθητική
- 居なくなられる
- Αιτιατική
- 居なくならせる