ρήμα, άλλο, επίθημα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: いる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ταπεινό υπάρχω, βρίσκομαι (για έμψυχα όντα)
  2. 02 βρίσκομαι στη διαδικασία του να...
  3. 03 έχω ολοκληρώσει μια πράξη, βρίσκομαι σε μια κατάσταση
  4. 04 επίθημα έχω το θράσος να κάνω κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
居る
Παρόν (ευγενικό)
居ります
Άρνηση (απλή)
居らない
Άρνηση (ευγενική)
居りません
Παρελθόν (απλό)
居った
Παρελθόν (ευγενικό)
居りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
居らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
居りませんでした
Τε-μορφή
居って
Δυνητική
居れる
Προστακτική
居れ
Βουλητική
居ろう
Υποθετική (ば)
居れば