のこ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπερωριακή εργασία
  2. 02 τιμωρία, παραμονή στο σχολείο μετά τη λήξη των μαθημάτων

Κλίση

Παρόν (απλό)
居残りする
Παρόν (ευγενικό)
居残りします
Άρνηση (απλή)
居残りしない
Άρνηση (ευγενική)
居残りしません
Παρελθόν (απλό)
居残りした
Παρελθόν (ευγενικό)
居残りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
居残りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
居残りしませんでした
Τε-μορφή
居残りして
Δυνητική
居残りできる
Προστακτική
居残りしろ
Βουλητική
居残りしよう
Υποθετική (ば)
居残りすれば