居直る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κάθομαι ίσια, παίρνω όρθια στάση καθιστού
- 02 υιοθετώ προκλητική στάση, γίνομαι επιθετικός, περνάω στην αντεπίθεση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 居直る
- Παρόν (ευγενικό)
- 居直ります
- Άρνηση (απλή)
- 居直らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 居直りません
- Παρελθόν (απλό)
- 居直った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 居直りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 居直らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 居直りませんでした
- Τε-μορφή
- 居直って
- Δυνητική
- 居直れる
- Προστακτική
- 居直れ
- Βουλητική
- 居直ろう
- Υποθετική (ば)
- 居直れば
- Υποθετική (たら)
- 居直ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 居直りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 居直るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 居直りなさい
- Παθητική
- 居直られる
- Αιτιατική
- 居直らせる