ねむ

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπνηλία κατά την καθιστή θέση, μισοκοιμισμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
居眠りする
Παρόν (ευγενικό)
居眠りします
Άρνηση (απλή)
居眠りしない
Άρνηση (ευγενική)
居眠りしません
Παρελθόν (απλό)
居眠りした
Παρελθόν (ευγενικό)
居眠りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
居眠りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
居眠りしませんでした
Τε-μορφή
居眠りして
Δυνητική
居眠りできる
Προστακτική
居眠りしろ
Βουλητική
居眠りしよう
Υποθετική (ば)
居眠りすれば