くっする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενδίδω, υποχωρώ, πτοούμαι, δειλιώ
  2. 02 κάμπτω (γόνατο κ.λπ.)
  3. 03 υποτάσσω, καταβάλλω
  4. 04 αρχαϊκό αισθάνομαι απογοητευμένος

Παραδείγματα

  • 相手あいてくっする

    Μην ενδώσεις στον αντίπαλο.

  • 困難こんなんくっすることなく、努力どりょくつづけましょう。

    Ας συνεχίσουμε να προσπαθούμε χωρίς να υποχωρούμε στις δυσκολίες.

  • どんなにきびしい状況じょうきょう直面ちょくめんしても、自分じぶん信念しんねんくっすることなく、まえすす勇気ゆうきちたい。

    Θέλω να έχω το κουράγιο να προχωράω μπροστά, χωρίς να ενδίδω στις πεποιθήσεις μου, όσο δύσκολες κι αν είναι οι καταστάσεις που αντιμετωπίζω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
屈する
Παρόν (ευγενικό)
屈します
Άρνηση (απλή)
屈しない
Άρνηση (ευγενική)
屈しません
Παρελθόν (απλό)
屈した
Παρελθόν (ευγενικό)
屈しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
屈しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
屈しませんでした
Τε-μορφή
屈して
Δυνητική
屈できる
Προστακτική
屈しろ
Βουλητική
屈しよう
Υποθετική (ば)
屈すれば