くっ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό υποχωρώ, ενδίδω, πτοούμαι, συρρικνώνομαι
  2. 02 αρχαϊκό λυγίζω (γόνατο κ.λπ.)
  3. 03 αρχαϊκό υποτάσσω, κατανικώ
  4. 04 αρχαϊκό αισθάνομαι απογοητευμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
屈すする
Παρόν (ευγενικό)
屈すします
Άρνηση (απλή)
屈すしない
Άρνηση (ευγενική)
屈すしません
Παρελθόν (απλό)
屈すした
Παρελθόν (ευγενικό)
屈すしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
屈すしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
屈すしませんでした
Τε-μορφή
屈すして
Δυνητική
屈すできる
Προστακτική
屈すしろ
Βουλητική
屈すしよう
Υποθετική (ば)
屈すすれば