かが

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σκύβω, γέρνω προς τα εμπρός
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα χαμηλώνω το σώμα, κουλουριάζομαι, κάθομαι στα γόνατα

Κλίση

Παρόν (απλό)
屈む
Παρόν (ευγενικό)
屈みます
Άρνηση (απλή)
屈まない
Άρνηση (ευγενική)
屈みません
Παρελθόν (απλό)
屈んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
屈みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
屈まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
屈みませんでした
Τε-μορφή
屈んで
Δυνητική
屈める
Προστακτική
屈め
Βουλητική
屈もう
Υποθετική (ば)
屈めば