くっせつ

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λύγισμα, κάμψη, στρίψιμο, στροφή, περιέλιξη
  2. 02 διαστρέβλωση (συναισθημάτων, λογικής κ.λπ.), παραμόρφωση, κάμψη
  3. 03 διάθλαση
  4. 04 κλίση

Κλίση

Παρόν (απλό)
屈折する
Παρόν (ευγενικό)
屈折します
Άρνηση (απλή)
屈折しない
Άρνηση (ευγενική)
屈折しません
Παρελθόν (απλό)
屈折した
Παρελθόν (ευγενικό)
屈折しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
屈折しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
屈折しませんでした
Τε-μορφή
屈折して
Δυνητική
屈折できる
Προστακτική
屈折しろ
Βουλητική
屈折しよう
Υποθετική (ば)
屈折すれば