届とどける

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραδίδω, προωθώ, στέλνω
  2. 02 αναφέρω, δηλώνω, ειδοποιώ, γνωστοποιώ, υποβάλλω αναφορά (στις αρχές), καταχωρίζω

Παραδείγματα

  • 荷物にもつを届とどけます。

    Θα παραδώσω το πακέτο.

  • 彼かれは郵便局ゆうびんきょくに手紙てがみを届とどけました。

    Αυτός παρέδωσε το γράμμα στο ταχυδρομείο.

  • この手紙てがみが私わたしの気持きもちを彼かれに届とどけてくれることを願ねがっています。

    Ελπίζω αυτό το γράμμα να του μεταφέρει τα συναισθήματά μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
届ける
Παρόν (ευγενικό)
届けます
Άρνηση (απλή)
届けない
Άρνηση (ευγενική)
届けません
Παρελθόν (απλό)
届けた
Παρελθόν (ευγενικό)
届けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
届けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
届けませんでした
Τε-μορφή
届けて
Δυνητική
届けられる
Προστακτική
届けろ
Βουλητική
届けよう
Υποθετική (ば)
届ければ